Τίποτα

Τράβηξα ένα ξέφτι ιστορίας
κι άρχισα δουλειά στου νου τον αργαλειό
μνήμες πλημμύρα, όλες αβίωτες
ήχοι, κλαγγές, σαλπίσματα και κλάμα
όλες με ένδυμα τη λήθη σα μανδύα
άνοιξα μια ρωγμή στ΄ ασύνειδο εγώ
κι ο εφιάλτης χρόνος πρόθυμος οδηγός
σαν το νεκρό του ήλιου ξερνά απελπισία.

Που όλα χάθηκαν, που όλα πήγαν,
ένοιωσε κάποιος κάποτε κάτι σαν αμαρτία
μα ο που νοιώθει αν χαθεί ως χρυσαλίδα
η νοιώση μένει ορφανή μαινάδα
τα κάλλη της δεξά ζερβά να περιφέρει
κι ύστερα άυλη πια ανυπαρκτεί.

Άρχισα να μετρώ αυτούς που ένοιωσαν
μα όμως δεν μου φτάνουν οι αριθμοί
πόνος, λύπη, χαρά υπάρχουν δεν υπάρχουν.

Πίσω ξανά στο ξέφτι μου κείνο της ιστορίας
δυο φόνοι ένας έρωτας και μια γέννα
χιλιάδες σκουργιασμένα χρόνια πριν
γινήκανε όλα μαζί μα το καθένα χώρια
έσταξε ο χρόνος λήθη ένα ωκεανό
κι ύστερα ήρθαν άλλα κι όλα χαθήκαν.

Είναι λίγος ο χρόνος ή μικρός ο άνθρωπος;

Αιστήματα και σάρκες η τροφή του χρόνου
κι η ιστορία μήτρα ανυπαρξίας.

© N.Π.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: