La solitudine della luna piena

solitudine

Μ´ ακτίνες ασημόχρωμες
απ´ το ολόγιομο φεγγάρι
έπλεξα στίχους στα μαλλιά σου
και κάθε λέξη φώτιζε
πότε τα χείλη σου, πότε το βλέμμα
κι ως η μορφή σου άλλαζε
έγραφε στην καρδιά μου αναμνήσεις
μια σελίδα, δέκα, ολάκερο βιβλίο
κι ως η μορφή σου άλλαζε
άλλαζε τη ζωή μου.

© N.Π.

Advertisements

Φλύαρη σιωπή

Δυο ανάσες άρωμα
και μια μορφή θολή
σιωπή μετά,

ούτε που πρόλαβα να δω
αν φόραγες χαμόγελο,
ίσως και νάταν για καλό.

Λόγια που έπρεπε να πεις
για να καλύψουν το κενό
σιωπή μετά,

κι ύστερα πάλι με ρωτάς
και τι να πω;
τόσα που έχω στο μυαλό,
σιωπή μετά.

Τι κρίμα,
δεν ξέρεις να διαβάζεις τη σιωπή!

© N.Π.


Άνεμος

Δεν μπορείς να παλέψεις με τον άνεμο
είναι η μάχη άνιση, θα χάσεις.
Ο άνεμος είναι παντού κι εσύ μονάχος
ποιαν άμυνα ταιριάζει να διαλέξεις
και προς τα που να επιτεθείς;

Αχ! Αν δεν ήσουν άνεμος
ίσως να κέρδιζα κι εγώ μια μάχη.

© N.Π.


Μνήμη

Κύλησε η σκέψη στην ψυχή
σαν τη σταγόνα της βροχής
που αργοκυλά στο τζάμι
πήρε μαζί της τη χαρά
και αίφνης χάθηκε
μόνο τα ίχνη της ξεμείνανε
να συντροφεύουν τις ρυτίδες.

© N.Π.


Ματαίωση

Άπλωσε το γαλατένιο υφάδι του
του φθινοπώρου το πρώτο σύγνεφο
ξέμεινε η ψυχή μου στο μπαλκόνι
το χώμα να οσφραίνεται, που μύριζε βροχή

απέπνεε το βλέμμα σου ένοχη σιωπή
και  έτσι τυλιγμένη το λευκό σεντόνι
γίνηκες το πρώτο θολό μου σύννεφο
και έρωτας που πέτρωσε το χάδι του

Πως μοιάζουν τώρα όλα τα σύννεφα
με έρωτα ξεκούρδιστο, φάλτσο,  στονάτο!

© N.Π.


Ζωή σα σκοτάδι

Μα ωστόσο
κι αν ζωντανός
νεκρός φαντάζω
όμως κι αν πέθανα
ακόμα περπατώ
σώμα βαρύ
ψυχή ανάλαφρη
αερικού μορφή.

Είπα κι εγώ πως έζησα
είπαν κι αυτοί πως ζήσαν.
Εγώ.
Εσύ.
Δυό μέτρα γης
κι ένας σταυρός μεγάλος
εδώ κείται ο περί ου
που νόμιζε πως ήταν!

© N.Π.


Καλή Χρονιά! Γεμάτη αισιοδοξία…

Όμορφα να μεγαλώνουμε και προπαντός να μην μετανιώνουμε.
Όμορφα να κοιτάμε πίσω, αλλά ίσως καλύτερα το τώρα να ζούμε γιατί όλα γρήγορα πίσω θα μείνουν.
Όμορφα να είναι όλα εντός μας…

Για Καλή Χρονιά διάλεξα ένα ποίημα του Κώστα Καρυωτάκη μελοποιημένο από τον Γιάννη Σπανό και ερμηνευμένο από τον Γιάννη Πουλόπουλο.

Μόνο

Αχ, όλα έπρεπε να ‘ρθούνε καθώς ήρθαν!
Οι ελπίδες και τα ρόδα να μαδήσουν.
Βαρκούλες να μου φύγουνε τα χρόνια,
να φύγουνε, να σβήσουν.

Έτσι, όπως εχωρίζαμε τα βράδια,
για πάντα να χαθούνε τόσοι φίλοι.
Τον τόπο που μεγάλωνα παιδάκι
ν’ αφήσω κάποιο δείλι.

Αχ, όλα έπρεπε να ‘ρθούνε καθώς ήρθαν!
Οι ελπίδες και τα ρόδα να μαδήσουν.
Βαρκούλες να μου φύγουνε τα χρόνια,
να φύγουνε, να σβήσουν.

Όλα έπρεπε να γίνουν. Μόνο η νύχτα
δεν έπρεπε γλυκιά έτσι τώρα να ‘ναι,
να παίζουνε τ’ αστέρια εκεί σαν μάτια
και σαν να μου γελάνε.